Αν οι λέξεις κι οι εικόνες αποτελούν τις πρώτες ύλες για να φτιάξει κάποιος μια ιστορία, τότε η δύναμή τους μέσα από τη μαστοριά ενός καλού συγγραφέα ή εικονογράφου, πολλαπλασιάζεται σε τέτοιο βαθμό, που τελικά αυτές μετουσιώνονται σε όνειρα και φαντασία. “Οι ιστορίες κάνουν τον άνθρωπο να ονειρεύεται”, μου λέει ο εικονογράφος και δημιουργός κόμικ Kanellos Cob (κατά κόσμον Κανέλλος Μπίτσικας), με τον οποίο μίλησα λίγες ημέρες πριν έρθει στα Χανιά για να παρουσιάσει τη graphic novel διασκευή που δημιούργησε για το έργο της Ζωρζ Σαρή “Ο θησαυρός της Βαγίας”. Ένα βιβλίο που ήρθε να συστήσει στις νέες γενιές, με έναν σύγχρονο τρόπο, ένα κλασικό νεανικό μυθιστόρημα αλλά και να αναδείξει τη δύναμη της τέχνης του κόμικ που ολοένα και περισσότερο μοιάζει να κερδίζει έδαφος στην Ελλάδα.
Έρχεσαι στα Χανιά στο πλαίσιο του Chaniartoon για να παρουσιάσεις τη βραβευμένη διασκευή σε graphic novel που έκανες του βιβλίου της Ζωρζ Σαρή “Ο θησαυρός της Βαγίας” (εκδ. Πατάκης). Ποια ήταν η πρόκληση στη συγκεκριμένη δουλειά για εσένα;
Πιστεύω ήταν η όσο το δυνατόν καλύτερη αποτύπωση των χαρακτήρων. Εκεί έπεσε όλο το βάρος. Υπάρχει το στόρι αλλά χρειάζονταν να “χτιστούν” οι πρωταγωνιστές με τον καλύτερο τρόπο για να τραβήξει το βιβλίο τους αναγνώστες. Μιλάμε για 6 παιδιά, τελείως διαφορετικά μεταξύ τους, με συνέπεια, σχεδόν αναπόφευκτα, ο αναγνώστης να προβάλλει τον εαυτό του σε κάποιον από αυτούς τους χαρακτήρες. Από εκεί και πέρα, έδωσα βάρος στην παλέτα. Ήθελα να δείξω με όλους τους δυνατούς τρόπους πρώτα την εποχή αλλά και να βγάλω την αίσθηση του ελληνικού καλοκαιριού, τις ατμόσφαιρες, τα μπλε που κυριαρχούν κ.λπ. Και βέβαια το μεγάλο άγχος σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ότι “κουβαλάς” στην πλάτη σου μια μεγάλη συγγραφέα, όπως η Ζωρζ Σαρή και αισθάνεσαι υποχρεωμένος να βγει ένα αποτέλεσμα τουλάχιστον σωστό.
Εκτός από τον “Θησαυρό της Βαγίας” έχεις διασκευάσει και τον “Ζητιάνο” του Καρκαβίτσα (εκδ. Polaris). Στις μέρες μας όπου τα παιδιά είναι “κολλημένα” με τις οθόνες είναι δύσκολο να μπουν στον κόσμο του βιβλίου. Μέσω διασκευών σε graphic novel πιστεύεις ότι δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία σε κλασικά βιβλία να έρθουν κοντά στις νεότερες γενιές;
Ισχύει αυτό. Προσωπικά την οθόνη τη βλέπω σαν μέσον. Η νέα γενιά μαθαίνει μέσα από αυτή. Έχει γεννηθεί μαζί της και είναι μια de facto κατάσταση γι’ αυτήν. Από εκεί και πέρα, η εικόνα είναι ένα εκφραστικό, διηγηματικό μέσο που σίγουρα θα τραβήξει περισσότερο τους νέους από ένα πολυσέλιδο βιβλίο. Συνεπώς, μέσω του graphic novel φέρνεις παλαιότερα βιβλία κοντά στο σήμερα. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, αυτό που είναι σημαντικό είναι να έχει ενδιαφέρον αυτό με το οποίο έρχεται σε επαφή ο νέος κι όχι το μέσο που θα χρησιμοποιήσει.
Τι γοητεύει τους ανθρώπους από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας και θέλουν να φτιάχνουν ή να ακούνε ιστορίες;
Νομίζω ότι οι ιστορίες δίνουν τη δυνατότητα στον άνθρωπο να ονειρεύεται, να φαντάζεται. Οι ιστορίες είναι συμβολικές επεξηγήσεις συναισθημάτων κι ο άνθρωπος ανέκαθεν ήθελε να διηγείται ιστορίες γιατί με αυτό τον τρόπο δίνει νόημα στον κόσμο και στη ζωή του. Επίσης, μέσα από τις ιστορίες των άλλων βρίσκεις λόγους να δικαιολογήσεις δικές σου σκέψεις και συναισθήματα. Παράλληλα, νιώθεις και ζεις εμπειρίες άλλων και μέσα από αυτό μπορείς να πράξεις με έναν πιο “σοφό” τρόπο στο μέλλον.
Έρχεσαι στο Chaniartoon. Τα φεστιβάλ τι προσφέρουν στους νέους δημιουργούς κόμικ;
Το πιο σημαντικό είναι ότι προσφέρουν μια δίοδο επικοινωνίας και επαφής των δημιουργών με τους αναγνώστες. Ο κόσμος που έρχεται μπορεί να σε κρίνει, να σου κάνει κοπλιμέντα ή όχι, να σχολιάσει τα έργα σου. Συγχρόνως, μας δίνεται η ευκαιρία να προωθήσουμε τη δουλειά μας. Τα τελευταία 10 χρόνια το κόμικ γνωρίζει άνθηση στην Ελλάδα και τα φεστιβάλ – που ευτυχώς δεν γίνονται πια μόνο στην Αθήνα – ανοίγουν την αγορά των κόμικ που ειδικά στην Ελλάδα είναι ακόμα πολύ μικρή.
Έχεις σπουδάσει και δουλέψει στη Γαλλία, μια χώρα με ισχυρή παράδοση στα κόμικ. Τι διαφορές διαπιστώνεις σε σχέση με την Ελλάδα;
Τη Γαλλία θα μπορούσαμε να την περιγράψουμε σαν έναν έμπειρο κομίστα ο οποίος έχει πατήσει τα 60 και η δουλειά του κυκλοφορεί παντού χωρίς κανέναν κόπο. Αντίθετα, η Ελλάδα μοιάζει με έναν ενήλικα 25 χρονών που ακόμα ψάχνεται για να προσεγγίσει όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο που ενδιαφέρεται για το κόμικ. Όμως η διαδικασία της προσέγγισης χρειάζεται κώδικες. Π.χ. η διασκευή της κλασικής λογοτεχνίας σε graphic novel είναι ένας τρόπος, αλλά δεν είναι μόνο αυτός. Υπάρχει το παιδικό, το κόμικ ντοκιμαντέρ, το κόμικ – θρίλερ κ.ά. Το στοίχημα είναι να φέρουμε τους Έλληνες αναγνώστες κοντά σε αυτά τα διαφορετικά είδη κόμικ. Στη Γαλλία ο κόσμος αγοράζει κόμικ όπως αγοράζει λογοτεχνία. Και δεν αγοράζει μόνο για τα παιδιά του, είναι στην κουλτούρα τους. Στην Ελλάδα δεν το συναντάς ακόμα αυτό.
Η βιβλιοπαρουσίαση
Η διασκευή σε graphic novel του μυθιστορήματος της Ζωρζ Σαρή “Ο θησαυρός της Βαγίας” που έκανε ο Κανέλλος Cob θα παρουσιαστεί από τον δημιουργό του βιβλίου και τον Μανόλη Χατζηπαναγιώτου στο Θέατρο Μίκης Θεοδωράκης την Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου και ώρα 21:00-22:00.
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
Η χανιώτικης καταγωγής εικονογράφος μιλά για τα… φοβιστικά πλάσματα που ενεργοποιούν τη δημιουργική της διάθεση
Τέρατα, τρομακτικά πλάσματα και δεινόσαυροι αποτελούσαν κι αποτελούν τις μεγάλες τις αγάπες που έχουν διεισδύσει και στα έργα της.
Η Αριάδνη Τζουνάκου, με καταγωγή από τα Χανιά, είναι εικονογράφος του φανταστικού και του τρόμου, και λίγο πριν μοιραστεί με τους Χανιώτες τους… “εφιάλτες” της στο 7ο Chaniartoon, μιλά στο “μολύβι μελάνι” για τις κύριες πηγές έμπνευσης από την ελληνική μυθολογία, την αγάπη της για τα ιδιαίτερα αυτά πλάσματα και τους κρητικούς καταχανάδες.
-Πώς ξεκίνησε η αγάπη σου για… τον τρόμο και τα τέρατα;
Το πρώτο σκίρτημα το ένιωσα ούσα πολύ μικρή, βλέποντας τη “Φαντασία” του Ντίσνεϋ και συγκεκριμένα τη σκηνή που ο τυραννόσαυρος κυνηγάει τους χορτοφάγους δεινόσαυρους. Ήμουν -και είμαι- φανατική δεινοσαυρόφιλη· με ξετρελαίνουν τα σχήματα και χρώματα αυτών των πλασμάτων.
Στην ίδια ηλικία άρχισα να ξεγλιστρώ αργά τα βράδια για να δω τηλεόραση, νομίζοντας πως και εκείνη την ώρα θα έδειχνε παιδικά. Έτσι παρακολούθησα το “Event Horizon”, το “People Under the Stairs” και πολλές ακόμη ταινίες παντελώς ακατάλληλες για την ηλικία μου. Παρόλο που έτρεμα ολόκληρη, η αισθητική αυτών των έργων μού προκαλούσε δέος. Με τα χρόνια αναζητούσα βιβλία, ταινίες, βιντεοπαιχνίδια, μουσική, οτιδήποτε θα μπορούσε να μου προκαλέσει αυτό το συναίσθημα. Ευτυχώς βρήκα πολλούς θησαυρούς: από τις Ανατριχίλες στο Silent Hill, από το Doom στο Alien και τον Δρακούλη Δρακουλίνο, το Ring και το Devilman και τόσα άλλα “διαμαντάκια”. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία.
Ποιοι ελληνικοί μύθοι έχουν αποτελέσει πηγή έμπνευσης για σένα;
Ο μύθος της Περσεφόνης, η Τιτανομαχία, το Μήλο της Έριδος. Αν έπρεπε όμως να ξεχωρίσω έναν μύθο που με επηρέασε αυτός θα ήταν το μαρτύριο του Προμηθέα, τον οποίο χρησιμοποίησα για έναν από τους αγαπημένους μου πίνακες, το “Sacrifice & Rebirth” (Θυσία & Αναγέννηση). Ταυτίστηκα με τον Προμηθέα στο κομμάτι του πόνου που βίωσε, το πώς ήταν παγιδευμένος σε αυτόν και δεν μπορούσε να ξεφύγει.
Και ερχόμαστε στα κρητικά βαμπίρ, τους καταχανάδες… Έχεις σχεδιάσει πότε με αφορμή κάποιο κρητικό τέρας; Ποια η σύνδεσή σου με το νησί;
Καταχανάδες, τελώνια, ανασκελάδες κι άλλα τέρατα αποτελούν κομμάτι ενός εικονογραφημένου βιβλίου πάνω στο οποίο δουλεύω. Δεν μπορώ να αναφέρω κάτι πιο συγκεκριμένο επί της παρούσης, μιας και βρίσκομαι ακόμη σε αρχικό στάδιο.
Στο σημείο αυτό να αναφέρω πως ούσα μεγαλωμένη στην Αθήνα δεν είχα ουσιαστική επαφή με την Κρήτη, παρόλο που κατάγομαι από το νησί και συγκεκριμένα από τον Κορφαλώνα Χανίων. Σε ένα βαθμό αυτό υπήρξε δική μου επιλογή· ένιωθα πως ο τρόπος που οι Έλληνες μιλούσαμε για τις παραδόσεις μας ήταν στενόμυαλος και πως δεν άφηνε περιθώρια για εξέλιξη κι αλλαγή. Για χρόνια οδηγήθηκα στο αντίθετο άκρο, αυτό της ξενολατρίας. Στο σήμερα, η έρευνα και ο σχεδιασμός ελληνικών μύθων και παραδόσεων -της Κρήτης, της Μάνης και κάθε άλλου τόπου της Ελλάδας – είναι κάτι παραπάνω από μια ενδιαφέρουσα ασχολία. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μαθαίνω και τιμώ την κληρονομιά των προγόνων μου δίχως να θυσιάζω την προσωπική μου έκφραση.
Από το Λος Αντζελες στην Αθήνα. Παρακολουθείς ακόμη την ξένη σκηνή της 9ης τέχνης; Θεωρείς ότι υπάρχει καλό υλικό αλλά και μέλλον για τον τομέα και στην Ελλάδα;
Διαβάζω τακτικά ξενόγλωσσα κόμικς, ιδιαίτερα manga. Να είμαι ειλικρινής αγαπώ κυρίως παλιότερους καλλιτέχνες – Osamu Tezuka, Hideshi Hino και τον αγαπημένο μου Go Nagai. Υπάρχουν όμως και Αγγλόφωνοι δημιουργοί με εξαιρετική δουλειά, όπως οι Emily Carroll, Winton Kidd, Jen Wang, και Saagelius.
Όσον αφορά στην ελληνική σκηνή είναι απλά εξαιρετική, γεμάτη ταλέντα! Ενδεικτικά θα αναφέρω τους Ονίτα Κουτσουμάνη, Γιάννη Ρουμπούλια, Δήμητρα Νικολαΐδη, Byzantine Tales, Νίκος Καμπασελέ, Μάνο Λαγουμβάρδο, Ειρήνη Σκούρα, Σμαράγδα Μάγκου, Αύγουστος Κανάκης και τόσοι άλλοι. Αν ανέφερα όλους τους Έλληνες καλλιτέχνες των οποίων η δουλειά αξίζει να διαβαστεί θα γεμίζαμε το φύλλο σας!
Το αν αυτή η σκηνή θα ανθίσει και αναπτυχθεί εξαρτάται τόσο από εμάς τους δημιουργούς αλλά και από την υποστήριξη του κοινού, οικονομική μα και συναισθηματική.
Τα τέρατα και τα τρομακτικά πλάσματα πρωτοστατούν διαχρονικά στα κόμικς, τις ιστορίες, τις εικονογραφήσεις. Τι τα κάνει τόσο θελκτικά στο κοινό;
Ο τρόμος μοιάζει αρκετά στην κωμωδία. Είναι ένα συναίσθημα που ενώνει ολόκληρη την ανθρωπότητα, αφού δεν υπάρχει κανείς που να μην το έχει βιώσει έστω μία φορά. Μας αναγκάζει να αντιμετωπίσουμε θέματα και συναισθήματα άβολα, συχνά απαγορευμένα, όπως ο θάνατος, η σεξουαλικότητα, η γυναικεία χειραφέτηση, η κοινωνική ανισότητα, δίχως ψέματα και δικαιολογίες. Κανένα τέρας δεν θα είναι τόσο φονικό όσο η Weyland Yutani (Alien), οι πάμπλουτοι ισχυροί μπορεί να μην κοιμούνται σε μεσαιωνικά κάστρα (Dracula) αλλά ακόμη μας πίνουν το αίμα, η τεχνολογία και ο εκσυγχρονισμός μπορούν να γίνουν ο χειρότερος εφιάλτης μας (Ring), και πάει λέγοντας. Νομίζω πως η ωμότητα του τρόμου έχει μια ειλικρίνεια που δεν αφήνει περιθώρια στο κοινό να αρνηθεί αυτό που βιώνει.
Κάποτε οι μύθοι εξυπηρετούσαν συγκεκριμένες κοινωνικές ανάγκες. Ερχόμενοι στο σήμερα, θεωρείς ότι οι μύθοι έχουν να μας προσφέρουν κάτι;
Νομίζω πως οι μύθοι, τα παραμύθια και κάθε είδους ιστορία μπορούν να μας βοηθήσουν τόσο στο να προβληματιστούμε για τη ζωή μας όσο και στο να αναπτύξουμε ενσυναίσθηση. Σε συλλογικό επίπεδο, αυτά πιστεύω ότι μπορεί μια σύγχρονη κοινωνία να κερδίσει από τους “μύθους”. Σε προσωπικό επίπεδο, πιστεύω πως οι ιστορίες που αγαπάμε είναι εργαλεία με τα οποία μπορούμε να κατανοήσουμε τον εαυτό μας καλύτερα, τόσο τις καλές όσο και τις άσχημες πτυχές του.
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
Από μικρός άλλαζε τη φωνή του παρακολουθώντας αγαπημένους παιδικούς ήρωες και ονειρευόταν κάποια στιγμή να χαρίσει κι εκείνος τη φωνή του σε αυτούς. Μέχρι που πριν μια δεκαετία το κατάφερε!
Ο ηθοποιός, μεταγλωττιστής, σκηνοθέτης ή αλλιώς… η ελληνική φωνή πια του Μίκυ Μάους, Δημήτρης Σάρλος, μιλά στο “μολύβι μελάνι” για την τέχνη της μεταγλώττισης, για τις φωνές που μιλούν στη δική του καρδιά αλλά και τα αγαπημένα του καρτούν και βιντεοπαιχνίδια που δεν είναι μόνο για παιδιά, λίγες μόλις μέρες πριν βρεθεί στα Χανιά στο πλαίσιο του 7ου Chaniartoon.
10 χρόνια τώρα ασχολείσαι με τη μεταγλώττιση. Μπορούσες από μικρός να παίζεις κατά αυτόν τον τρόπο με τη φωνή σου; Τι σε τράβηξε σε αυτόν τον κόσμο;
Ήμουν ο “σπαστικός” που διάβαζε τους υπότιτλους στις ταινίες και έπαιζε όλους τους ρόλους. Είναι κάτι στο οποίο είχα κλίση από μικρός και ήταν το όνειρό μου να δώσω φωνή σε κινούμενα σχέδια και κάποια στιγμή το 2010 αποφάσισα πως ήρθε ο καιρός να το κάνω πραγματικότητα. Είμαι λάτρης των καρτούν και των κόμικς. Θεωρώ μαγικό να μετατρέπεσαι υποκριτικά από ένα παπί σε ένα ξωτικό που ξεκινά για μια περιπέτεια, οδηγώντας ένα βανάκι!
Ξεχωρίζεις κάποια από τις πολλές αγαπημένες φωνές που έχεις υποδυθεί και γιατί;
Είναι όλες δικές μου (γέλιο). Είναι δύσκολο να διαλέξω κάποια. Όλες μου έχουν προσφέρει όμορφες στιγμές. Ίσως η φωνή μου ως νεαρός έφηβος που χρησιμοποιώ κυρίως να είναι η πιο ευέλικτη και η πιο αναγνωρίσιμη. Είναι η φωνή που έδωσε ζωή στον Ιζούκου Μιντορίγια (“My hero Academia”). Ένας χαρακτήρας που είναι αρκετά δημοφιλής και “μιλάει” και στη δική μου καρδιά. Επίσης, τον τελευταίο καιρό βλέπω την αγάπη των παιδιών προς τον Λιούη Ντακ (Ducktales) που είναι ένας χαρακτήρας που λατρεύω και διασκέδασα απίστευτα όσο τον ηχογραφούσα.
Πώς σε αντιμετωπίζουν τα παιδιά όταν μαθαίνουν ότι είσαι η ελληνική φωνή πια του Μίκυ Μάους;
Καταρχάς είναι ένα όνειρο ζωής για μένα να δίνω φωνή στον πιο διάσημο ποντικό του κόσμου! Δε θα μπορούσα να είμαι πιο χαρούμενος. Είναι σχετικά νέα προσθήκη στο βιογραφικό μου αλλά πάντα όταν αναφέρεται τα παιδιά με κοιτούν δύσπιστα και μόλις πω μια ατάκα ως Μίκυ μένουν με το στόμα ανοιχτό, μαζί τους και οι γονείς τους.
Είναι ένας ρόλος τόσο συγκεκριμένος στα μάτια μου, που χρήζει μεγάλης προσοχής στην απόδοσή του στα ελληνικά. Η φωνή του φαντάζει εύκολη στα αυτιά του κόσμου, μα αυτό που θα σε κάνει να ερμηνεύσεις σωστά έναν τόσο εμβληματικό ρόλο είναι η καρδιά και η γνώση του τι πρεσβεύει ο Μίκυ Μάους. Γιατί ακόμα και αυτός δεν είναι μονοδιάστατος ρόλος.
Θεωρείς ότι το γεγονός ότι ένας voice actor – μεταγλωττιστής δε συμμετέχει με την εικόνα του στα έργα, διακρίνει τη δουλειά του από την παραδοσιακή υποκριτική τέχνη;
Είναι ένας ακόμα τομέας της υποκριτικής τέχνης. Όπως διαφέρει και η τηλεόραση από το θέατρο. Στη μεταγλώττιση χρησιμοποιούμε όλα τα εργαλεία που διαθέτουμε ως ηθοποιοί για να ενσαρκώσουμε ρόλους. Η υποκριτική πορεία που ακολουθούμε είναι σχεδόν ίδια, η διαφορά είναι ότι έχουμε μόνο τη φωνή μας για να μεταφέρουμε τα μηνύματα. Το σώμα, η κίνηση, είναι δοσμένα ήδη στα μάτια του θεατή και οφείλουμε εμείς να ακολουθούμε με τη φωνή μας την κίνηση του σκίτσου έτσι ώστε να μην ακουγόμαστε “ξένοι” με αυτό που γίνεται στην εικόνα. Είναι μια πολύ συγκεκριμένη τεχνική και απαιτεί εξειδίκευση.
Μεταγλώττιση βιντεοπαιχνιδιών. Είναι κάτι που έχει μέλλον στην Ελλάδα; Διαφέρει με αυτές των ταινιών και σειρών κινουμένων σχεδίων;
Θεωρώ σημαντική την προσθήκη της ελληνικής γλώσσας στα videogames μιας και η μητρική μας γλώσσα είναι αυτή που μιλά κατευθείαν στην καρδιά μας. Πλέον τα βιντεοπαιχνίδια είναι πολύπλοκα και με σενάρια που στοχεύουν στη συγκίνηση και στη δημιουργία συναισθημάτων μέσω της εμπειρίας παιχνιδιού. Γίνονται δειλά βήματα αλλά καλυτερεύουμε με κάθε πρότζεκτ αν και ήδη βρισκόμαστε σε ένα καλό επίπεδο ποιότητας.
Η διαδικασία διαφέρει από αυτή των ταινιών και των κινουμένων σχεδίων μιας και πολλές φορές δεν υπάρχει “βίντεο” για να ακολουθήσουμε. Οπότε ο ηθοποιός πρέπει να προσέχει δέκα φορές περισσότερο την ερμηνεία του ξένου συναδέλφου για να μπορέσει να αποκωδικοποιήσει το τι συμβαίνει στον ρόλο πιστότερα.
Σε λίγες μέρες θα βρεθείς και πάλι στα Χανιά, στο Chaniartoon. Πώς νιώθεις ως νησιώτης που η επαρχία φιλοξενεί ένα τέτοιο πολιτιστικό γεγονός και τι θα κάνεις στο εργαστήρι;
Καταρχάς ευχαριστώ την ομάδα του Chaniartoon για αυτήν την ευκαιρία. Έχουμε συνηθίσει τέτοια events να γίνονται σε κεντρικές πόλεις όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη. Θεωρώ πολύ σημαντική τη διοργάνωσή τους λοιπόν ακόμα και σε μικρότερες πόλεις. Η ένατη τέχνη αξίζει να προβάλλεται όχι μόνο ως ένα μέσο διασκέδασης των παιδιών, αλλά κι ως ένα μέσο που μπορεί να αγγίξει και τους ενήλικες. Το ίδιο ισχύει και για τα κινούμενα σχέδια. Μέσω αυτών μπορούμε να ταξιδέψουμε σε πολύχρωμους κόσμους και να ξεφύγουμε λίγο από το γκρίζο της πόλης και τη ρουτίνα.
Το εργαστήρι στην ουσία θα είναι ένα μίνι σεμινάριο Μεταγλώττισης. Θα μάθουμε τη διαδικασία της μεταγλώττισης και το κοινό θα έχει την ευκαιρία να δώσει φωνή σε χαρακτήρες από σκηνές που θα έχω επιλέξει.
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον καλλιτεχνικό, από παιδί διάβαζε ιστορίες φαντασίας και κόμικ, ξεχώρισε με το έργο της, πειραματίστηκε με διαφορετικά αισθητικά στιλ, ενώ μια τυχαία και προσωπική ιστορία την οδήγησε στη δημιουργία ενός ξεχωριστού είδους κόμικ. Η ιταλίδα Francesca Ghermandi έχει φτιάξει μια σειρά από “σιωπηλά κόμικς”. Ποια είναι όμως η Ghermandi και πώς έφτασε σε αυτό το εικαστικό αποτέλεσμα;
Σπουδές, καλλιτεχνική πορεία και σπουδαίες διακρίσεις
Η Francesca Ghermandi γεννήθηκε στην Μπολόνια της Ιταλίας το 1964 και σπούδασε Αρχιτεκτονική στη Φλωρεντία. Παράλληλα, όμως παρακολούθησε μαθήματα για την τέχνη του κόμικ και σε ηλικία μόλις 20 ετών, συμμετέχει στην πρώτη της έκθεση στην Μπολόνια, αλλά και στη Μεσογειακή Μπιενάλε Νέων στη Θεσσαλονίκη. Από το 1987 και έπειτα, η Ghermandi συμμετέχει σε ποικίλες εκθέσεις τόσο στην Ιταλία, όσο και στο εξωτερικό: Φεστιβάλ Ανγκουλέμ στην Γαλλία, Εθνικό Μουσείο Σκίτσου στο Λονδίνο είναι μερικές από τις πόλεις που θα φιλοξενήσουν τη δουλειά της. Αποσπά πολλά βραβεία για το έργο της, μεταξύ των οποίων το βραβείο καλύτερου συγγραφέα στο μεγαλύτερο φεστιβάλ κόμικ της Ευρώπης, αυτό της Λούκα στην Ιταλία. Το 2004 θα πραγματοποιήσει μια μεγάλη προσωπική έκθεση στο Μουσείο Εικονογράφησης της Φεράρα, ενώ το 2005 θα επιλεχθεί για να δημιουργήσει το animation τραγούδι για την 62η Μπιενάλε Κινηματογράφου της Βενετίας.
Η πρώτη της έκδοση στην αγγλική γλώσσα θα γίνει το 1993 στην ανθολογία κόμικ με τίτλο «Rubber Blanket», την οποία θα ακολουθήσει η συμμετοχή της στην επίσης ανθολογία «Zero Zero», τέσσερα χρόνια αργότερα. Εκείνη την περίοδο, θα δημιουργήσει και το «Pop.666», μια ιστορία που η Ghermandi εμπνεύστηκε από τις περιπέτειες του αμερικανού ντετέκτιβ Dick Tracy, τις οποίες διάβαζε σε κόμικ, όταν ήταν μόλις οχτώ ετών. Το «Pop.666» λαμβάνει χώρα σε ένα χωριό στη μέση του πουθενά: ένα ζευγάρι φτάνει καταλάθος σε μια παραγκούπολη, την οποία διοικεί ένας μονόφθαλμος άντρας, ο Ρόκο. Είτε αθώοι είτε ένοχοι, όλοι πληρώνουν για τις αμαρτίες τους. Το σενάριο περιπλέκεται καθώς προκύπτουν αλλόκοτα γεγονότα, ενώ το περιβάλλον διακρίνεται για το γκροτέσκο χαρακτήρα του και καθιστούν το κόμικ ένα cartoon-noir με ένα ιδιαίτερο αισθητικό στυλ, που θα συντροφεύσει την Ghermandi στην καριέρα της.
Μια “αναγκαστική” μαθητεία στη σιωπή
Η Ghermandi από μικρή ηλικία δημιουργούσε ιστορίες και αναζητούσε σεναριακές δομές και τις ξεχωριστές φωνές των χαρακτήρων της. Σαν μια μικρή ηθοποιός δραματοποιούσε και έψαχνε τον διαφορετικό τρόπο που ο καθένας θα αντιδρούσε στα γεγονότα. Αρχικά το στιλ της ήταν επηρεασμένο από εικονογράφους που θαύμαζε, ενώ στην πορεία της ζωής της απέκτησε μεγάλη εμπειρία στον σχεδιασμό χαρακτήρων (character design), στους οποίους προσθέτει μεγάλη λεπτομέρεια. Καθώς είναι κόρη γλύπτη, το τρισδιάστατο στοιχείο της είναι πολύ οικείο. Έτσι έχει ασχοληθεί και με την τρισδιάστατη δημιουργία αντικειμένων για ταινίες animation με την τεχνική του stop-motion. Αλλά είτε σε τρεις είτε σε δύο διαστάσεις, την ενδιαφέρει πολύ περισσότερο η δραματοποίηση του χαρακτήρα.
Μία ιδιαίτερη εμπειρία όμως άλλαξε ακόμα περισσότερο τον τρόπο που αντιλαμβανόταν την τέχνη και τη δημιουργία εν γένει. Ήταν το 2006, όταν συμμετείχε σε ένα πρόγραμμα για τη βελτίωση της ακοής της, καθώς πάσχει από μια μορφή κώφωσης. Το πρόγραμμα αυτό εφάρμοσε μία μέθοδο κατά την οποία οι συμμετέχοντες άκουγαν κυρίως Μότσαρτ και γρηγοριανούς ρυθμούς, λόγω της ποικιλίας τους στις συχνότητες- το οποίο θα μπορούσε να αυξήσει το φάσμα της ακοής τους. Στο τέλος του προγράμματος, οι συμμετέχοντες θα έπρεπε για ένα διάστημα δύο εβδομάδων να απέχουν από δραστηριότητες ανάγνωσης, γραφής αλλά και ομιλίας. Επιτρεπόταν μόνο να ζωγραφίσουν ή να φτιάχνουν παζλ.
H Ghermandi δεν ήθελε να ζωγραφίσει, οπότε αρχικά έλυνε παζλ. Ωστόσο, αυτή η μαθητεία στη σιωπή αύξησε τη συγκέντρωσή της, ενώ αφύπνισε μέσα της την ξεχασμένη της παιδικότητα, ενεργοποιώντας μια πιο αυθόρμητη και αρχέγονη δημιουργικότητα. Την έκανε να νιώσει σαν παιδί που θα γεμίσει ελεύθερα μια λευκή κόλλα χαρτί, χωρίς να ξέρει από πριν τι είναι αυτό που θα σχεδιάσει. Κατά τη διάρκεια αυτού του προγράμματος απομακρύνθηκε από τα δομημένα σκίτσα και δημιούργησε πολλούς διαφορετικούς χαρακτήρες, ενώ την περίοδο αυτή θα δημιουργήσει και μια σειρά από “σιωπηλά κόμικς”. Πρόκειται για κόμικ που δεν εμπεριέχουν καθόλου διάλογο ή αφήγηση, ενώ η ιστορία “διαβάζεται” αποκλειστικά και μόνο μέσα από τις εικόνες. Ο αναγνώστης καλείται έτσι να κατανοήσει πιο προσεχτικά τους χαρακτήρες μέσα από τις εκφράσεις τους και τη γλώσσα του σώματος. Κατά κάποιο τρόπο, μέσω των “σιωπηλών κόμικ” ο αναγνώστης επιστρέφει για λίγο στην παιδική ηλικία, όταν δεν ήξερε ανάγνωση και τα παιδικά βιβλία δεν είχαν λόγια.
H Francesca Ghermandi και το 7ο Φεστιβάλ Chaniartoon
Σε συνεργασία με το φεστιβάλ κόμικ της Δράμας αλλά και το Ιταλικό Iνστιτούτο, η Francesca Ghermandi, θα επισκεφτεί φέτος τα Χανιά, για να παρευρεθεί στο 7o φεστιβάλ Chaniartoon, με αφορμή ένα τμήμα της έκθεσης που είναι αφιερωμένο στην Ιταλίδα καλλιτέχνιδα. To κοινό θα έχει την ευκαιρία να δει από κοντά την ίδια αλλά και τα έργα της, τον πρωτότυπο σχεδιασμό των χαρακτήρων της και ασφαλώς τα «σιωπηλά κόμικς».
Η θρησκεία αποτέλεσε σημαντικό κομμάτι της ζωής του από την παιδική ηλικία. Από νωρίς λοιπόν του γεννήθηκαν ερωτήματα και προβληματισμοί γύρω από το θρησκευτικό συναίσθημα και χρόνια αργότερα και το… κόμικ! Ο σκιτσογράφος και κομίστας Νίκος Καμπασελέ, με αφορμή την κυκλοφορία της “Θύελλας 2”, μιλά στο “Μολύβι μελάνι” για τη δυναμική που έχει αναπτύξει η επαρχία, για την 9η τέχνη και τα παιχνίδια στρατηγικής στη ζωή του αλλά και την αρμονική συνύπαρξη θρησκείας και κόμικ που προσπαθεί να πετύχει μέσα από τα έργα του.
Πώς ήταν να σπουδάζεις στην Ανγκουλέμ, μια πόλη που “κινείται” γύρω από το κόμικ;
Σίγουρα η πόλη ολάκερη κινείται γύρω από την 9η τέχνη κι αυτό το βλέπει κανείς ακόμη κι από τις τοιχογραφίες που υπάρχουν σε κεντρικά σημεία· οπότε αυτό που αντικρίζει κάποιος είναι έργα καλλιτεχνών ως φόρο τιμής σε πολύ γνωστούς σχεδιαστές κόμικς. Το να σπουδάζω στην Ανγκουλέμ ήταν λίγο περίπλοκο για εμένα γιατί ένιωθα… μια ζήλια μέσα μου και σκεφτόμουν γιατί να μην έχουμε και στην Ελλάδα κάτι αντίστοιχο; Μάλιστα η Σχολή Καλών Τεχνών, λόγω του μέρους στο οποίο βρίσκεται, έχει τμήμα εξειδικευμένο στα κόμικς, συμπαρασέρνοντας έτσι το φεστιβάλ το εκπαιδευτικό κομμάτι της πόλης. Ήταν μια πολύ καλή εμπειρία για εμένα και μάλιστα γνώρισα άτομα με τα οποία κρατάμε ακόμη επαφή και ήταν συγκινητικό που τα συνάντησα στην τελευταία διοργάνωση που πήγα, μετά από δέκα έτη! Το αποκορύφωμα βέβαια στην Ανγκουλέμ είναι το φεστιβάλ που διοργανώνεται κάθε Γενάρη, εδώ και μισό αιώνα, το οποίο είναι από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη. Αυτό που παρατηρεί κάποιος είναι ότι η ίδια η πόλη το στηρίζει αυτό όλο τον χρόνο: Έχουν μουσείο κόμικς, βιβλιοθήκη κόμικς με τόσους πολλούς τίτλους που μας ζητούσαν να δανειζόμαστε 10 βιβλία, αλλά και ερευνητικό κέντρο για κόμικς με δυσεύρετα τεύχη.
Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να “χτιστεί” αντίστοιχα στην ελληνική επαρχία, όπως η Αλεξανδρούπολη που ζεις;
Αυτός ήταν κι ένας από τους βασικούς λόγους που επέστρεψα στην Αλεξανδρούπολη μετά τις σπουδές στην πρωτεύουσα και στην Ανγκουλέμ, διότι ήθελα να συμμετέχω σε μια τέτοια προσπάθεια. Αρκεί να σκεφτούμε πως η Ανγκουλέμ είναι μια μικρή πόλη, η οποία όμως έχει δημιουργήσει δεκαετίες τώρα κάτι τρομερά αξιόλογο. Πιστεύω πως έχουμε περάσει πια σε μια εποχή που η επαρχία γενικότερα έχει αποκτήσει μια άλλη δυναμική, ξεφεύγοντας ίσως από αυτήν με την οποία παραδοσιακά την ταυτίζαμε.
σχολείσαι και με τον μοντελισμό μινιατούρας, αλλά και τις πολεμικές τέχνες! Παρεισφρέει το ένα κομμάτι στο άλλο;
Βέβαια, το ένα συνδέεται με το άλλο πολύ στενά. Τον μοντελισμό μινιατούρας τον “συνάντησα” το 2017. Ουσιαστικά παίρνω τις μινιατούρες σε ξεχωριστά κομμάτια, πράγμα που με αφήνει να κατασκευάζω και να λαμβάνω ευχαρίστηση συναρμολογώντας ένα τρισδιάστατο πάζλ. Έπειτα τα βάφω με πολλές λεπτομέρειες, ενώ παλαιότερα έφτιαχνα και το τερέν. Παίζουμε με την παρέα μου λοιπόν παιχνίδια στρατηγικής και το δημοφιλές παιχνίδι μινιατούρας “Warhammer 40.000”, όπου τοποθετείται ο παίκτης σε ένα δυσοίωνο μέλλον, στο 40.000 μ.Χ. όπου όλη η ανθρωπότητα ελέγχεται από ένα δόγμα πολύ θεοκρατικό. Αυτό λοιπόν αποτέλεσε και το σημείο της έμπνευσής μου για τη “Θύελλα”. Σκεφτόμουν πώς θα μπορούσε αυτό να μεταφερθεί στην ελληνική “πραγματικότητα”.
Σύντομα κυκλοφορεί η “Θύελλα 2”. Τι θα διαβάσει ο αναγνώστης σε αυτήν;
Ουσιαστικά αποτελεί τη συνέχεια της ιστορίας μας. Ποια είναι αυτή; Διαπραγματεύεται τη μάχη ανάμεσα σε εικονολάτρες και εικονομάχους, η οποία λαμβάνει χώρα στο μακρινό μέλλον (10.018 μ.Χ.). Η καπετάνισσα ενός πλοίου βρίσκεται μπλεγμένη σε αυτόν τον εμφύλιο και προσπαθεί να μην πάρει μέρος σε όλο αυτό. Αποτελεί ουσιαστικά έναν στοχασμό γύρω από την ταυτότητα, τη θρησκεία, την τιμή κοκ. Μέσα στις μάχες λοιπόν που γίνονται στο πρώτο βιβλίο “ξυπνάει” μια αρχαία αυτοκράτειρα η οποία είναι βαμπίρ και βλέποντας την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η αυτοκρατορία μετά από πολλούς αιώνες, αποφασίζει να επέμβει για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Για τη Γη βέβαια, στο τέλος του πρώτου βιβλίου, τα πράγματα είναι δύσκολα καθώς κυβερνάται από τους βρικόλακες. Στο δεύτερο βιβλίο, η Θύελλα επειδή θεωρεί τον εαυτό της υπεύθυνο γι’ αυτήν την κατάσταση, μιας και ξύπνησε την αυτοκράτειρα, προσπαθεί να τη διορθώσει. Δεν αποκαλύπτω άλλα, η συνέχεια στις σελίδες της “Θύελλας 2”…
Πιστεύεις λοιπόν ότι η θρησκεία μπορεί να συμπλεύσει αρμονικά και δημιουργικά με τα κόμικς, χωρίς να γίνουν βλάσφημα;
Με αυτόν τον τρόπο προσπαθώ να δουλεύω. Ήθελα να κάνω ένα κόμικ που να μιλάει για τη θρησκεία με σεβασμό, χωρίς να προσβάλω το θρησκευτικό συναίσθημα, γιατί θεωρώ ότι είναι κάτι που έχουμε ανάγκη οι περισσότεροι άνθρωποι, όπως κι εγώ ο ίδιος. Ταυτόχρονα, όμως, ήθελα να θίξω και το κομμάτι του βιώματος και τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να γίνει εν δυνάμει επικίνδυνο το θρησκευτικό συναίσθημα, όπως όταν χρησιμοποιείται για να ασκηθεί έλεγχος κι εξουσία. Αυτό βλέπουμε και σε αυτά τα βιβλία. Εξάλλου δεν είναι νέα η συνύπαρξη αυτών των δύο φαινομενικά αντίθετων κόσμων, καθώς υπάρχουν θρησκευτικά κόμικς, βιβλικά θέματα στην 9η τέχνη κοκ. Απλώς εδώ στην Ελλάδα έχουμε μια διαφορετική σχέση με τη θρησκεία.
Ο πατέρας μου ήταν καθολικός παπάς και αυτό με έχει επηρεάσει από νεαρή ηλικία. Θυμάμαι να μεγαλώνω σε ένα θρησκευτικό περιβάλλον, ήμουν παπαδάκι από πολύ μικρός κι η θρησκεία με ενδιέφερε πολύ πάντοτε. Πιστεύω μάλιστα ότι τη συναντάμε σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας, ενώ από πολύ νωρίς μου είχαν γεννηθεί ερωτήματα και σκέψεις για το τι συμβολίζει για εμάς η θρησκεία και πώς την αντιμετωπίζουμε.,,
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
Είναι εποχές για ήρωες; Όπως φαίνεται ναι, καθώς οι αγαπημένοι μας ήρωες κόμικς, δημιουργοί και επιτραπέζια παιχνίδια βρίσκονται από χθες και για τρεις ολόκληρες μέρες στην συμπρωτεύουσα και στην 21η διοργάνωση του φεστιβάλ Comic n’ play. Με αφορμή τη διεξαγωγή του μακροβιότερου φεστιβάλ 9ης τέχνης στην χώρα, το “Μολύβι – μελάνι” κουβεντιάζει με τον συντονιστή, εκδότη κόμικς της Ένατης Διάστασης αλλά και δημιουργό Νίκο Δαλαμπύρα για το φεστιβάλ – θεσμό της Θεσσαλονίκης, τους Έλληνες δημιουργούς, τα σύγχρονα επιτραπέζια παιχνίδια που ήρθαν για να μείνουν και φυσικά τα κόμικς!
Παρά την σταθερή πορεία του φεστιβάλ 21 χρόνια τώρα, αλλάζει κάτι σε κάθε διοργάνωση; Τι θα ήθελες να αναπτυχθεί περισσότερο;
Κάθε χρόνο δίνουμε έναν τίτλο στη διοργάνωσή μας, ορίζοντας θεματικά και το περιεχόμενο ιστοριών που υποβάλλονται από τους δημιουργούς. Το φεστιβάλ είναι συγχρόνως κι έκθεση πρωτοτύπων έργων, συνεπώς η πρόθεσή μας από την πρώτη κιόλας χρονιά ήταν να φέρνουμε τους δημιουργούς κόμικς σε έναν γόνιμο διάλογο τόσο μεταξύ τους όσο και με το κοινό. Ο τίτλος – θεματική που διαλέγουμε είναι αμφίσημα κάθε φορά για να αφήσουμε τον συμμετέχοντα ελεύθερο να το προσεγγίσει σεναριακά κι εικαστικά. Αυτό λοιπόν αποτελεί και μια πρόκληση για εμάς, γιατί θέλουμε να ενσωματώνουμε τις αγωνίες της κοινωνίας. Η διοργάνωση έχει ως κορμό τα κόμικς και τα επιτραπέζια παιχνίδια, ενώ κοντά σε αυτά συναντά κανείς κι άλλες τέχνες και δραστηριότητες όπως το εντυπωσιακό cosplay.
“Εποχές για ήρωες” η φετινή θεματική· με δόση αλήθειας ή ειρωνείας;
Προσπαθούμε, σε μια εποχή με διαφόρων ειδών προκλήσεις, ο καθένας από εμάς να προσεγγίσει την έννοια του ήρωα και της υπέρβασης της ανθρώπινης φύσης με έναν διαφορετικό τρόπο. Φέτος, λάβαμε 60 συμμετοχές, τις οποίες χωρίσαμε σε τρεις ενότητες. Υπάρχουν προσεγγίσεις πιο χιουμοριστικές (εδώ ανήκει κι η δική μου συμμετοχή που προσπαθώ να προσεγγίσω τον ήρωα Αχιλλέα), ενώ πολλές κάνουν άμεσο σχόλιο στην καθημερινότητά μας και παρουσιάζουν ήρωες που μας περιτριγυρίζουν, που βιώνουν τη δική τους πάλη, αλλά κι εντελώς μυθοπλαστικές προσεγγίσεις που ανάγονται στον χώρο της ηρωικής φαντασίας. Μην ξεχνάμε ότι τα κόμικς αποτελούν μια μορφή τέχνης που ανάμεσα στα άλλα περιλαμβάνουν και τη φυγή από την πραγματικότητα, ενώ δεν χρειάζεται πάντα να σε προβληματίζουν, μπορούν κάλλιστα να αποτελέσουν ένα ψυχαγωγικό ανάγνωσμα.
Πώς συνδυάζονται τα κόμικς με τα επιτραπέζια παιχνίδια; Υπάρχει κοινός τόπος δημιουργίας;
Υπάρχει αρχικά μια κοινή δεξαμενή ανθρώπων που ασχολούνται με αυτά. Με τα χρόνια έχω παρατηρήσει πως οι άνθρωποι που αρέσκονται να διασκεδάζουν με επιτραπέζια παιχνίδια συνήθως διαβάζουν και κόμικς, ενώ τους αρέσει και συγκεκριμένο είδος ταινιών και μουσικής. Εντοπίζεται δηλαδή ένας κοινός παρονομαστής όσον αφορά στη δημοφιλή κουλτούρα που απολαμβάνουν μεταξύ τους. Είναι να μην αποκτήσεις το μικρόβιο από μικρό παιδί, γιατί μετά δύσκολα “θεραπεύεσαι”… Φυσικά, όλη αυτή η σκέψη δεν είναι απόλυτη, ενώ μπορώ να πω με σιγουριά πως στόχος μας είναι η ανάπτυξη της φιλαναγνωσίας, όσον αφορά στα κόμικς. Μας αρέσει να τα διαβάζουμε και δεν πιστεύουμε πως είναι ένα έργο τέχνης που περιορίζεται σε ένα κάδρο στον τοίχο ή στον υπολογιστή, αλλά ένα έντυπο που το έχεις στη βιβλιοθήκη σου και το ξεφυλλίζεις. Με τα επιτραπέζια, προσπαθούμε να προτείνουμε στον κόσμο έναν εναλλακτικό τρόπο ψυχαγωγίας ο οποίος είναι και δημιουργικός, ενώ προσφέρει στους παίκτες την ευκαιρία για συνεργασία, πράγμα πολύ σημαντικό σε μια απρόσωπη εποχή αποστασιοποίησης που ζούμε.
Αποτελούν τα σύγχρονα επιτραπέζια παιχνίδια μια νέα δηλαδή μορφή διασκέδασης σε ευρύτερο αλλά και μεγαλύτερο ηλικιακά κοινό;
Όσο εξελίσσεται ο κόσμος μας κι αποκτούμε τη δυνατότητα να έχουμε περισσότερες προσλαμβάνουσες, τα παιχνίδια αυτά εμπλουτίζονται και γίνονται ολοένα και πιο εντυπωσιακά όσον αφορά στα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά. Πολλές δεκαετίες πίσω, ο κόσμος μπορεί να γνώριζε τον γκρινιάρη και την monopoly, ενώ τώρα οι θεματικές είναι πιο εμπνευσμένες, οι εικονογραφήσεις πολύ εντυπωσιακές και υπάρχουν επιτραπέζια για όλα τα βαλάντια και γούστα. Νομίζω πως αποτελούν μια πολύ ενδιαφέρουσα εναλλακτική για την ψυχαγωγία του καθενός. Βέβαια σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, ειδικά στα Χανιά, που έχει το περισσότερο διάστημα καλό καιρό, σού δίνονται οι επιλογές για δραστηριότητες εκτός σπιτιού, οπότε μπορεί και να μην αποτελέσουν την πρώτη επιλογή. Φυσικά, πλέον έχουν απενεχοποιηθεί και δεν προτιμώνται μόνο από νεαρές ηλικίες.
Ως μέλος των εκδόσεων, πώς βλέπεις την πορεία του ελληνικού κόμικ;Τέτοιες διοργανώσεις δίνουν την κατάλληλη ώθηση;
Σαφέστατα κι είναι πολύ ευχάριστο που κάθε χρόνο βλέπω όλο και περισσότερο κόσμο να προσπαθεί μέσω των κόμικς ή μέσω των παιχνιδιών. Επίσης, πλέον υπάρχουν πολλά περισσότερα εργαλεία για τον κάθε δημιουργό για να του δοθεί η δυνατότητα να παρατηρήσει, να εμπνευστεί, να δουλέψει κοκ. Η δημιουργία πάνω από όλα θέλει υπομονή και επιμονή, δε φύτρωσε εξάλλου κάποιος με το ταλέντο του έτοιμου άρτιου σχεδίου/ζωγραφιάς. Οπότε με τέτοιες δράσεις οι νέοι δημιουργοί παίρνουν το θάρρος να δείξουν τη δουλειά τους στο κοινό.
Προσωπικά, δεν με ενδιαφέρει να φέρω από το εξωτερικό marvel, Αστερίξ και Σούπερμαν, οι οποίοι δεν μας έχουν ανάγκη κιόλας. Ανάγκη προβολής έχουν οι Έλληνες δημιουργοί. Από το πρώτο comic n’ play το μεράκι κι η αγωνία μου ήταν πώς θα καταφέρουμε όλοι εμείς οι αυτοδημιούργητοι νέοι δημιουργοί να έχουμε ένα βιβλιαράκι το οποίο θα έμπαινε στα ράφια ενός βιβλιοπωλείου. Κι αυτό μένει ως αποτύπωμα της προσπάθειάς μας.
Από χτες μια ακόμα γιορτή της ένατης τέχνης έχει αρχίσει στην Αθήνα. Πρόκειται για το AthensCon, το οποίο είναι το 7ο κατά σειρά που διοργανώνεται 1-3 Δεκεμβρίου, και ακολουθεί τα πρότυπα κυρίως των Αμερικάνικων Comic-Con. Στον χώρο της διοργάνωσης θα βρει κάνεις όχι μόνο comic, αλλά και στοιχεία που σχετίζονται με τον γενικότερο χώρο της pop κουλτούρας, όπως συλλεκτικές φιγούρες, παιχνίδια και ταινίες.
ΕΚΘΕΣΕΙΣ
Κατά την διάρκεια του τριημέρου, θα πραγματοποιηθούν δύο θεματικές εκθέσεις. Η πρώτη με τίτλο “3D Prinitng Your Life Back”, γίνεται σε συνεργασία με του Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, και έργα δεκατριών Ελλήνων καλλιτεχνών, που δημιούργησαν πρωτότυπα έργα εμπνευσμένα από το 3D Prining Project του προγράμματος επαναρθωτικής χειρουργικής, για τις περιοχές της Παλαιστίνης, Συρίας και Υεμένης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα.
Η δεύτερη έκθεση αφορά τα 80 χρόνια που συμπληρώνει η Finos Film, και αφορά έργα-αφίσες δεκατριών καλλιτεχνών πάνω σε θρυλικές ταινίες της εταιρίας.
ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ – ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ
Όπως κάθε φεστιβάλ του είδους, έτσι και στο AthensCon θα πραγματοποιηθούν δεκατέσσερα εργαστήρια, τόσο από Έλληνες όσο κι από καλλιτέχνες του εξωτερικού. Η κύρια θεματική τους είναι το comic, σε όλα του τα στάδια δημιουργίας. Έτσι μπορούμε να παρακολουθήσουμε εργαστήρια πάνω στο σενάριο και την κοσμοπλασία, το σκίτσο, το χρώμα, τον σχεδιασμό χαρακτήρων. Επιπλέον οι θεματικές αγγίζουν τον σχεδιασμό παιχνιδιών και την προώθηση των επιτραπέζιων παιχνιδιών, αλλά και την τέχνη του cosplay.
Στον τομέα των παιχνιδιών, φυσικά την τιμητική τους έχουν τα παιχνίδια ρόλων RPG. Σε όλη την διάρκεια της διοργάνωσης, οι επισκέπτες μπορούν να εγγραφούν σε RPG sessions που πραγματοποιούνται σε διάφορα περίπτερα, αλλά και να δοκιμάσουν την τύχη τους σε ένα παιχνίδι καρτών εμπνευσμένο από την θρυλική anime σειρά της Ιαπωνίας, One Piece.
ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ
Δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε και στους σημαντικούς καλεσμένους της διοργάνωσης. Αρχίζοντας από τους Έλληνες καλλιτέχνες, το “παρών” θα δώσουν ο Δημήτρης Πατέλης και ο Ηλίας Τσουφεξής. Ο Δημήτρης Πατέλης, έχει εικονογραφήσει για την σειρά Marvel Masterpieces του 1995, ενώ συνδυάζει εξαιρετικά το παραδοσιακό σχέδιο με το ψηφιακό. Ο Ηλίας Τσουφεξής είναι ηθοποιός που έχουμε δει σε σειρές sci-fi, όπως στο “The Expanse” και στο “Supernatural”. Επίσης είναι και voice actor, έχοντας δανείσει την φωνή του σε πολύ γνωστά παιχνίδια όπως στο “Assasin’s Creed”, “Far Cry” και άλλα. Από ηθοποιούς θα παρεβρεθεί επίσης και ο Eric Roberts, ένας από τους πιο παραγωγικούς ηθοποιούς του Hollywood με πάνω από 700 ταινίες το ενεργητικό του!
Από καλλιτέχνες που ασχολούνται με το κόμικ οι θεατές του AthensCon θα μπορέσουν να συναντήσουν τον Cary Nord, γνωστό για την δουλειά του στο “Conan the Barbarian”, αλλά και άλλους τίτλους όπως “Daredevil”, “Wolverine” και “Silver Surfer”. Από την Ισπανία, θα βρίσκονται στον χώρο, ο Pere Perez (ο οποίος έχει εργαστεί σε διάφορες σειρές κόμικ για εκδότες όπως η Norma Editorial και η Marvel Comics, αλλά και με δουλειά artwork storyboard σε πολλές ταινίες animation) κι ο Jorge Fornes, με τις ιδιαίτερα εκφραστικές εικονογραφήσεις του, κυρίως στον χώρο των υπερηρωικών κόμικ. Από την Αμερική, θα έρθει ο Adam Kubert, ο οποίος έχει δουλέψει και αυτός με την Marvel Comics, σε σειρές όπως “Wolverine”, “X-men”, “Spider-man” κ.α. Η εκδόσεις Jemma Press θα φιλοξενήσουν τέλος στο περίπτερό τους τον Luca Laca Montagliani, συγγραφέα, σχεδιαστή και εκδότη comic, με αφορμή την σειρά κόμικ που κυκλοφορεί στα από την Jemma Press με τίτλο “Suspiria”.
Από γυναικεία εκπροσώπηση, στο φεστιβάλ θα βρίσκονται τρεις καλλιτέχνιδες. Η Καναδή Sabine Rich, συγγραφέας κόμικ, αλλά και colorist, η οποία έχει εργαστεί τόσο σε τίτλους της DC Comics, όσο και της Marvel Comics. Από την Νορβηγία η Torunn Gronbekk, η οποία εργάζεται σαν σεναριογράφος στον χώρο των αμερικανικών κόμικ. Τέλος η Chrissy Mourns από την Πολωνία, μια γνωστή Cosplayer η οποία έχει υποδυθεί πάνω από 30 χαρακτήρες του One Piece.
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
O Ζακ Τατί είναι Γάλλος σκηνοθέτης και κωμικός ηθοποιός, γνωστός για τις ταινίες του “Οι διακοπές του κυρίου Ιλό”, αλλά και τη μεγαλύτερή του επιτυχία “Ο θείος μου”.
Στην ταινία αυτή ο Τατί ενσαρκώνει την καρικατούρα του κυρίου Ιλό, ο οποίος είναι άτομο που έχει μείνει σε μια παλαιότερη εποχή και έχει άγνοια για τις νέες συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει με χιούμορ. Ταυτόχρονα ασκεί κριτική στο αναπτυσσόμενο Παρίσι, ενώ με την επόμενη του ταινία “Playtime” παρουσιάζει το Παρίσι του μέλλοντος. Και στις δύο αυτές ταινίες οι διάλογοι είναι ελάχιστοι, ενώ παράλληλα με το χιούμορ υπάρχει και μια διάχυτη μελαγχολία.
O Τατί θα πεθάνει το 1982, έχοντας στο ενεργητικό του έξι ταινίες μεγάλου μήκους. To 2010 όμως θα κυκλοφορήσει μια ακόμα ταινία, σε σενάριο δικό του, σε μορφή αυτή τη φορά animation. Την σκηνοθεσία υπογράφει ο Sylvain Chomet, ο οποίος το 2003, μας είχε δώσει το αριστουργηματικό animation “Το τρίο της Μπελβίλ”. Πώς δημιουργήθηκε όμως αυτή η ταινία και πως έφτασε το σενάριο στα χέρια του Chomet;
Το σενάριο γράφτηκε από τον Ζακ Τατί το 1956, μεταξύ δηλαδή των ταινιών “Ο θείος μου” και “Playtime”. Η ιστορία αφορά έναν ταχυδακτυλουργό, στο Παρίσι του 1959, ο οποίος βλέποντας την καριέρα του να έχει φθείρει, μετακομίζει στον Λονδίνο. Εκεί όμως δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την σύγχρονη ψυχαγωγία της ροκ εν ρολ μουσικής και καταλήγει να δουλεύει σε μικρά μπαρ και καφέ. Εκεί θα γνωρίσει έναν μεθυσμένο θαμώνα, ο οποίος τον προσκαλεί σε ένα απομακρυσμένο νησί της Σκωτίας, πρόταση την οποία τελικά αποδέχεται. Μένοντας σε ένα δωμάτιο πάνω από την παμπ που δουλεύει, γνωρίζει μια νεαρή κοπέλα, την Αλίκη, η οποία θεωρεί ότι έχει γνήσιες μαγικές ικανότητες. Η Αλίκη θα τον ακολουθήσει στο Εδιμβούργο, που δίνει κάποιες παραστάσεις. Ο ταχυδακτυλουργός ξοδεύει τον μικρό μισθό του για δώρα στην Αλίκη, ενώ θα αναλάβει κρυφά και εξευτελιστικές δουλειές. Η σχέση των δύο χαρακτήρων μοιάζει σαν σχέση πατέρας-κόρης. Η ταινία θα κλείσει μελαγχολικά, καθώς βλέπουμε τον ταχυδακτυλουργό να αφήνει ένα σημείωμα στην Αλίκη “Οι μάγοι δεν είναι αληθινοί”.
Η ταινία που έχει πραγματοποιηθεί με την τεχνική του κλασσικού animation, αποτελεί ένα οπτικό ποίημα αισθητικής. Ο θεατής μπορεί να θαυμάσει εκπληκτικές λεπτομέρειες σε όλη την διάρκεια της ταινίας, από τα πλακάκια στους εσωτερικούς χώρους, μέχρι το εκπληκτικό εναέριο πλάνο του Εδιμβούργου. Ωστόσο αυτό που έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην ταινία είναι ο λόγος για τον οποίο γράφτηκε. Όπως έχει αναφέρει ο ίδιος ο σκηνοθέτης, το σενάριο αποτελεί ουσιαστικά ένα γράμμα του Τατί προς την κόρη του.
ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
Πίσω στον χρόνο, το 1942 στο Παρίσι, ο Τατί έχει ερωτευθεί την Herta Shiel μια Τσεχο-Αυστριακή χορεύτερια, η οποία είχε εγκαταλλείψει την Βιέννη όταν αυτή προσαρτήθηκε στην Γερμανία από τον Χίτλερ. Ο Τατί αποκτάει μαζί της μια κόρη, την Helga, που όμως δεν θα αναγνωρίσει. Υπό την πίεση της αδερφής του (μια πλούσια επιχειρηματίας) να μην την παντρευτεί, την πείθουν να υπογράψει ένα νομικό έγγραφο το οποίο απαλλάσσει τον Τατί από τις υποχρεώσεις του ως πατέρας, σε αντάλλαγμα με μερικά χρήματα. Η συμπεριφορά του Τατί προς την Herta, μάλιστα θα αποτελέσει σκάνδαλο για την εποχή στο Παρίσι, ενώ όλη η κοινωνία πήρε το μέρος της κοπέλας, αναγκάζοντας τον μάλιστα να εγκαταλείψει το θέατρο στο οποίο δούλευε. Η Helga θα μεγαλώσει ένα διάστημα και σε ορφανοτροφείο, ενώ σαν έφηβη θα κάνει κάποιες προσπάθειες να συνδεθεί με τον πατέρα της, ζητώντας βοήθεια. Η ντροπή όμως που ένοιωθε ο Τατί για την συμπεριφορά του τον αποτρέπει από το να επικοινωνήσει μαζί της. Είναι η εποχή που ο Τατί γράφει το σενάριο του “The illusionist”. Σενάριο το οποίο έγραψε ως ένα γράμμα για την κόρη του που εγκατέλειψε, το οποίο προοριζόταν να γυρίσει σε ταινία. Λέγεται ότι αντί για το “Illustionist” γύρισε τελικά το “Playtime”, εξαιτίας ενός ατυχήματος που είχε στο χέρι, εξαιτίας του οποίου δεν θα μπορούσε να κάνει λεπτές ταχυδακτυλουργικές κινήσεις.
Τελικά το σενάριο θα μείνει για πολλά χρόνια στο συρτάρι, μέχρι που το 2001 η κόρη του Sophie Tatisheff, βλέποντας κάποια προσχέδια της ταινίας “Το τρίο της Μπελβίλ” δίνει στον σκηνοθέτη το σενάριο του “Illusionist”. Μη θέλοντας να υποδυθεί άλλος ηθοποιός τον πατέρα της, ο μόνος τρόπος να βγει σε ταινία αποτελεί την μεταφορά του σε animation. Η Sophie δεν θα προλάβει να δει την ταινία ολοκληρωμένη, καθώς μόλις λίγους μήνες μετά θα φύγει από τη ζωή.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο Chomet θα μείνει αρκετά πιστός στο αρχικό σενάριο, κάνοντας ελάχιστες αλλαγές, όπως την ηλικία του κοριτσιού για να είναι ακόμα πιο εμφανής η έλλειψη ερωτικής σύνδεσης. Επιπλέον μελετήθηκε και η φιγούρα του Τατί όπως είναι στις ταινίες, αλλά και η χαρακτηριστική του κίνηση, ώστε η εμψύχωση του χαρακτήρα στο “Illusionist”, να είναι όσο το δυνατόν πιο πιστή.
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
Οι φωτιές που έχουν ξεσπάσει σε όλη την Ελλάδα το τελευταίο διάστημα έχουν καταστρέψει πολλά στρέμματα δασικών εκτάσεων. Η φύση που αφανίζεται από τον άνθρωπο έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης σε πολλές τέχνες, από τις οποίες δεν θα μπορούσε να λείπει και το animation.
Ο σκηνοθέτης Ale Abreu, είχε προταθεί για Όσκαρ το 2013 με την ταινία του «Το αγόρι και ο κόσμος». Μια ταινία μεγάλου μήκους, που κερδίζει αμέσως τις εντυπώσεις, καθώς δεν έχει καθόλου διαλόγους. Μάλιστα ένας γνωστός κριτικός κινηματογράφου είπε πως η έλλειψη διαλόγων έχει γίνει «για να μην λερωθεί αυτό το διαμάντι με περιττά πράγματα». Η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός αγοριού, που φεύγει από το χωριό του και πηγαίνει στον πόλη για να συναντήσει τον πατέρα του. Ο πατέρας του έχει φύγει αναζητώντας δουλειά, σαν εσωτερικός μετανάστης. Στο ταξίδι του αυτό θα έχει μια σειρά από περιπέτειες, στις οποίες μεταφορικά μπορούμε να δούμε μια σειρά από προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας. Αν και η ταινία αποτελεί βραζιλιάνικη παραγωγή, τα θέματα που διαπραγματεύεται αφορούν όλο τον κόσμο. Αναφέρεται στην εκβιομηχάνιση, στην καταστροφή της φύσης, ενώ θα ακουμπήσει και θέματα ανισότητας ή ακόμα και του φασισμού.
Πριν μερικούς μήνες, ο σκηνοθέτης θα επιστρέψει με τη νέα του ταινία με τίτλο «Perlimps». Θα μπορούσαμε να πούμε πως μοιάζει αισθητικά με την προηγούμενή του, αλλά κινείται σε ένα πιο εικονογραφικό πλαίσιο. Το «αγόρι και ο κόσμος» είχε έναν λιτό σχεδιασμό, που πολλές φορές έμοιαζε με παιδικές ζωγραφιές, ενώ κατά τη διάρκειά της πήγαινε σταδιακά από το χρώμα στις γκρι αποχρώσεις. Στη νέα ταινία επικρατούν τα έντονα χρώματα, και τα σχέδια είναι σαν να έχουν ξεπηδήσει από ένα όμορφο εικονογραφημένο παιδικό βιβλίο.
Οι δύο ήρωες της ταινίας, μια αλεπού και μια αρκούδα, προσπαθούν να σώσουν να βρουν τα πλάσματα που ονομάζονται «Perlimps». Τα πλάσματα αυτά έχουν τη δύναμη να φέρουν την ειρήνη στον κόσμο, καταστρέφοντας έναν μεγάλο τοίχο που χωρίζει τους φτωχούς από τους πλούσιους. Και τα πράγματα θα ήταν εύκολα αν δεν υπήρχαν στη μέση οι γίγαντες οι οποίοι θέλουν να καταστρέψουν το δάσος για να φτιάξουν ένα εργοστάσιο, το οποίο θα οδηγήσει και στον αφανισμό των Perlimps. Επιπλέον οι δύο ήρωες έρχονται από διαφορετικά πλαίσια, ο ένας από το βασίλειο του ήλιου και η άλλη από αυτό του φεγγαριού. Ο πρώτος βασίζεται σε γκάτζετ, ενώ η δεύτερη στο ένστικτο. Έτσι πρέπει πρώτα απ’ όλα να ξεπεράσουν τις διαφορές τους και να ενώσουν τις δυνάμεις τους.
“ΦΩΣ” ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Στην ταινία συναντάμε τις κοινωνικές ανισότητες, την καταστροφή των δασών, το ζήτημα της συνύπαρξης και όλα αυτά με ένα πιο παιδικό βλέμμα. Το δάσος άλλωστε σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, αποτελεί μια μεταφορά για τον φοβερά ελεύθερο κόσμο της παιδικής ηλικίας. Αυτήν άλλωστε την παιδική ελευθερία θέλουν να αγγίξουν οι δύο πρωταγωνιστές της ταινίας. Ακόμα και τα Perlimps, που φαινομενικά θα μπορούσαν να είναι πυγολαμπίδες (η ονομασία τους άλλωστε προέρχεται από το «pirilampos» που στα αγγλικά είναι η πυγολαμπίδα), αν και αναφέρονται πολύ συχνά στην ταινία, ποτέ δεν αποσαφηνίζεται ως προς το τι πλάσματα τελικά είναι. Κάτι που γίνεται θελημένα για να τονίσει την παιδική αθωότητα, αλλά να ενδυναμώσει το στοιχείο της μαγείας στην ταινία. Αποτελεί μια παιδική/εφηβική ταινία, που προτείνει τη λύση της συμφιλίωσης και τους διαλόγους απέναντι στην κλιματική κρίση. «Είναι μια ταινία που θα ικανοποιήσει και το οικογενειακό κοινό και του φαν του animation. Πιστεύω είναι ένα μήνυμα ελπίδας, μια κραυγή για ειρήνη, μπροστά στην εξάντληση των φυσικών πόρων» θα αναφέρει ο ίδιος ο σκηνοθέτης.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος που εμπνέεται για την δημιουργία ταινιών. Ο Ale Abreu θα μαζέψει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα σημειώσεις, σκίτσα χαρακτήρων, μικρά κομμάτια διαλόγου ή ιστορίας. Η διαδικασία αυτή κράτησε για δύο με τρία χρόνια. Στη συνέχεια άπλωσε όλες τις σημειώσεις και άρχισε να τις ενώνει σε μικρές ενότητες οι οποίες σιγά-σιγά έβγαλαν και όλη την ιστορία. Έτσι μαζεύτηκε το πρώτο υλικό, το οποίο πήρε άλλα τρία χρόνια για να εξασφαλίσει την απαιτούμενη χρηματοδότηση. Για την παραγωγή πια της ταινίας, ένα μικρό γκρουπ από τους animators, μαζί με τον Abreu, έμειναν για τέσσερα χρόνια σε ένα ορεινό χωριό της Βραζιλίας, όπου έστησαν το στούντιό τους. Το μεγαλύτερο μέρος του animation, όπως των δύο βασικών χαρακτήρων έγινε από τον ίδιο τον Ale Abreu. Την ταινία πλαισιώνει αριστουργηματικά η μουσική, για την οποία έχουν επιλεγεί ιδιαίτερα όργανα (pan drum, μαρίμπα και άλλα παραδοσιακά όργανα), ενώ ποικίλει ανάλογα με τη σκηνή, περνώντας από απαλή σε επική, από επική σε ηλεκτρονική κοκ.
H ταινία Perlimps θα κάνει πρεμιέρα στην Ελλάδα στο φεστιβάλ Chaniartoon, την Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2023, στον Δημοτικό Κινηματογράφο «Κήπος», με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
“Από τη μια οι Ιταλοί κι οι Γερμανοί/ για να σε βρουν αναστατώνουν την Αθήνα/ κι από την άλλη του πατέρα μου η φωνή“Νομίζω πως τον κρύβεις στην κουζίνα” / Εσύ να παίζεις με τον θάνατο κρυφτό / κι αυτοί να σκίζουνε τα τεύχη τα κρυμμένα /μη σε τρομάζει το διπλό κυνηγητό / εσύ τους Γερμανούς κι αυτοί εμένα”.
Με αυτούς τους στίχους αρχίζει ένα τραγούδι του ο Λουκιανός Κηλαηδόνης. Αναφέρεται φυσικά στο περιοδικό του “Μικρού Ήρωα”, το οποίο μεγάλωσε τις γενιές των παιδιών του 1950-1960 αλλά και πολλές ακόμα.
Ο “Μικρός Ήρωας” κυκλοφόρησε πρώτη φορά στις 24 Φεβρουαρίου του 1953, στο σκηνικό μιας μεταπολεμική Ελλάδα. Ο τίτλος της πρώτης ιστορίας ήταν “Ελεύθερος σκλάβος”. Τα κείμενα του περιοδικού τα έγραφε ο Στέλιος Ανεμοδούρας, ενώ τα σχέδια είχε αναλάβει κατά κύριο λόγο ο Βύρων Απτόσογλου. Μέσα στα επόμενα δεκαπέντε χρόνια θα κυκλοφορήσουν συνολικά 798 τεύχη του περιοδικού, μέχρι που τον Ιούνιο του 1968 που θα κοπεί κατά κύριο λόγο από τη Χούντα. Θα ξανακυκλοφορήσει το 1976, ενώ το 1995 θα δημοσιευθούν άλλες δύο ανέκδοτες ιστορίες στο περιοδικό “Αντί”, φτάνοντας έτσι τα 800 τεύχη. Στην πρώτη του έκδοση το περιοδικό ήταν κυρίως κείμενο με διάσπαρτα σκίτσα, ενώ στις επόμενες εκδόσεις που κυκλοφόρησαν υπήρξε πληρης εικονογράφηση.
Οι ιστορίες αφορούν τρία παιδιά, τον Γιώργο Θαλάσση, την Κατερίνα και τον Σπίθα, και τον αγώνα τους ενάντια στον φασισμό. Ο Γιώργος Θαλάσσης, που είναι και ο πρωταγωνιστής, είναι γεννημένος το 1930 στον Πειραιά, παιδί μιας αστικής και εύπορης οικογένειας. Θα χάσει τους γονείς του στον βομβαρδισμό του λιμανιού του Πειραιά το 1941. Ο ίδιος επιζεί και αγωνίζεται να επιβιώσει πουλώντας χαρούπια. Λίγα χρόνια αργότερα, αποφασίζει να δώσει αγώνα για να απελευθερώσει την Ελλάδα από Βούλγαρους, Ιταλούς και Γερμανούς κατακτητές. Η Κατερίνα (ή αλλιώς γνωστή και ως Νίκη ή το Κορίτσι-Φάντασμα) είναι το κορίτσι της παρέας. Δυναμική αγωνίστρια, γνώστρια πολεμικών τεχνών.
Σε όλο το έργο υπονοείται μια ιδιαίτερη συμπάθεια μεταξύ του Γιώργου και της Κατερίνας, χωρίς όμως να προχωράει σε κάτι περισσότερο. Η παρουσία της οδήγησε το περιοδικό να είναι αρεστό και στο γυναικείο κοινό. Την παρέα ολοκληρώνει ο Σπίθας, ένα σωματώδες παιδί, με μικρή διανοητική καθυστέρηση, ο οποίος απεικονίζεται με πιο αστείο σκίτσο. Αποτελεί αντανάκλαση των παιδιών της κατοχής που έζησαν τη μεγάλη πείνα. Είναι μια πιο χαλαρή και χιουμοριστική φυσιογνωμία, η οποία καταφέρνει να δώσει έναν πιο ανάλαφρο τόνο στις ιστορίες.
Το περιοδικό απέκτησε άμεσα μεγάλη απήχηση, ενώ έφτασε να πουλάει περισσότερα από 12.000 αντίτυπα κάθε εβδομάδα. Οι ήρωες έγιναν τόσο αγαπητοί στο κοινό, που πολλοί πίστευαν πως είναι πραγματικοί, στέλνοντάς τους επιστολές μέσω του περιοδικού, και ζητώντας πληροφορίες για το πού μπορούν να τους βρουν. Αξίζει να σημειωθεί πως τη μεγαλύτερη απήχηση δεν την είχε ο πρωταγωνιστής Γιώργος Θαλάσσης αλλά ο χαρακτήρας του Σπίθα, τον οποίον είχαν αποδέκτη και οι περισσότερες επιστολές. Δεν είναι τυχαίο ότι το όνομά του αναφέρεται στους υπότιτλους των εξώφυλλων των τευχών πολύ περισσότερες φορές απ’ ότι του ίδιου του πρωταγωνιστή ή της Κατερίνας.
Στο περιοδικό ο συγγραφέας προσπάθησε να μην αναφέρει ονομαστικά τις αντιστασιακές ομάδες που έδρασαν στην Ελλάδα, για να αποφύγει έτσι και την αναφορά στις μεταξύ τους συγκρούσεις. Το γεγονός αυτό οδήγησε την αριστερά να κριτικάρει αρνητικά το περιοδικό. Μεταξύ άλλων ήταν ένα από τα πρώτα αστυνομικά ουσιαστικά αναγνώσματα τα οποία εμπεριείχαν στοιχεία βίας, και μάλιστα αφορούσε το νεαρό κοινό. Την ίδια αρχικά αρνητική στάση είχαν και οι γονείς και δάσκαλοι της εποχής.
Και μάλιστα (κάτι που συμβαίνει ακόμα), χωρίς να έχουν καν οι ίδιοι διαβάσει το περιοδικό. Όπως χαρακτηριστικά είχε δημοσιευθεί σε εφημερίδα της εποχής: «Τα έντυπα που διαφθείρουν τους νέους κυκλοφορούν όχι μόνον ελεύθερα αλλά και σε αδασμολόγητο χαρτί, προς ευχερεστέραν κυκλοφορίαν της εντύπου αθλιότητος». Για ένα χρονικό διάστημα απαγορεύτηκε η κυκλοφορία του περιοδικού και στην Κύπρο, λόγω της αναφοράς που γινόταν στην ένωση του νησιού με την Ελλάδα.
Το τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη ακούστηκε πρώτη φορά το 1976, στην παράσταση “Το τραμ το τελευταίο”, του Ελεύθερου Θεάτρου. Πρόκειται για μια επιθεωρησιακή παράσταση, που στήθηκε μετά την πτώση της δικτατορίας, όπου ζωντανεύουν οι παιδικές μνήμες των πρωταγωνιστών. Το τραγούδι θα δισκογραφηθεί 8 χρόνια αργότερα. Ύστερα, το 1995 θα μεταφερθεί στο θέατρο για ακόμα μία φορά με τίτλο “Ο Μικρός Ήρωας, το σκετσάκι”, ενώ το 2001 παρουσιάστηκε η παράσταση στην οποία τον θρυλικό ρόλο του Σπίθα υποδύθηκε ο Δημήτρης Πιατάς.
Φέτος, με αφορμή τα 70 χρόνια που συμπληρώνονται από την πρώτη έκδοση, κυκλοφόρησε ένα ιδιαίτερο λεύκωμα 223 σελίδων αφιερωμένο στον “Μικρό Ήρωα”. Αυτό αποτελεί μια ολοκληρωμένη μελέτη γύρω από το περιοδικό του “Μικρού Ήρωα”, ενώ περιλαμβάνονται 45 νέες εικονογραφήσεις, από 45 διακεκριμένους Έλληνες καλλιτέχνες. Στο φετινό Chaniartoon – International Comic & Animation Festival, θα έχουμε τη χαρά να δούμε στο εκθεσιακό κομμάτι και τα 45 αυτά σχέδια, αλλά να παρακολουθήσουμε και την παρουσίαση του συγκεκριμένου λευκώματος.
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"