Ρίγος
Αυτό που είναι προφανές και αδιαμφισβήτητο είναι η δημιουργική διαδικασία του μεγάλου μανγκάκα. Κάθε ιστορία συμπληρώνεται από τον σχολιασμό της, που τη συμπληρώνει με στοιχεία για την εποχή που την έφτιαξε αλλά και με λεπτομέρειες της αρχικής της ιδέας. Όχι μόνο αυτό, αλλά ο Ίτο ανοίγει τα σημειωματάριά του και συμπληρώνει την καθεμιά τους με τα προσχέδια και τις σημειώσεις τους. Έτσι ο αναγνώστης έχει τη μοναδική ευκαιρία να κοιτάξει λίγο πίσω από την κουρτίνα και να δει την αρχική σπίθα στην κεντρική ιδέα κάθε ιστορίας, τις αλλαγές που γίνονται κατά την επεξεργασία της, με ποιο τρόπο διαφορετικά αφηγηματικά ευρήματα συνδυάζονται μεταξύ τους σε μια ενιαία ιστορία, αλλά και τις σχεδιαστικές προσεγγίσεις και επιλογές του.
Έτσι, στο ΡΙΓΟΣ συναντάμε ιστορίες όπως το «Μεταχειρισμένο βινύλιο», όπου είναι έκδηλη η αγάπη του Ίτο για τη μουσική και το πάθος του για την τζαζ. Παράλληλα, είναι και ένα ειρωνικό σχόλιο για τους μανιακούς φαν και τους συλλέκτες δίσκων, που από τη μια απολαμβάνουν να μοιράζονται όσα αγαπούν και από την άλλη επιθυμούν να έχουν αποκλειστικά δικό τους κάτι σπάνιο. Στο ΡΙΓΟΣ βλέπουμε να επανέρχεται ένα από τα πολύ αγαπημένα και επαναλαμβανόμενα θέματα του δημιουργού: το θέμα της τρύπας στο ανθρώπινο σώμα, μια εικόνα εξίσου απόκοσμη όσο και τρομακτική. Πολύ πριν η ταινία «The substance: Το ελιξίριο της νιότης» της Coralie Fargeat με την Demy Moore προβληθεί στις κινηματογραφικές οθόνες και συζητηθεί από τους σινεφίλ, ο Τζούντζι Ίτο δίνει στο «Μοντέλο» τη δική του προσέγγιση στο θέμα της ταινίας: τον ανταγωνισμό της ηλικιακής ωριμότητας με τη νιότη, και το προνόμιο της ομορφιάς που προκαλεί την κανιβαλιστική, αιμοβόρα ροπή σε όσους τα υπολείπονται σε αυτά. «Τα Μπαλόνια των Κρεμασμένων» είναι η χαρακτηριστική ιστορία ενός είδους που μόνο ο Ίτο καταφέρνει να δημιουργήσει: αυτό στο οποίο παίρνει κάτι αθώο, κάτι χαρούμενο, όπως είναι τα μπαλόνια, και μέσα από ένα διάδρομο εφιαλτικού παραλόγου το μετατρέπει σε κάτι απόλυτα φρικιαστικό. Στον αντίποδα αυτού, «Η Έπαυλη με τις Μαριονέτες» χρησιμοποιεί ως όχημα κάτι που έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές στον λογοτεχνικό και κινηματογραφικό τρόμο, τις άψυχες μαριονέτες, στις οποίες κατορθώνει να εμφυσήσει μια νέα, πρωτότυπη πνοή και να δώσει ψυχολογικές προεκτάσεις με προβληματισμούς για την ελεύθερη βούληση. Στον «Ζωγράφο», επιστρέφει ίσως η πιο γνωστή από τις μοχθηρές πρωταγωνίστριες του Ίτο, η πανέμορφη, δαιμονική Τόμιε, σε μια ιστορία που σχολιάζει τη δημιουργική διαδικασία, την έμπνευση και την υποκειμενικότητα της ομορφιάς. Το «Μεγάλο Όνειρο» είναι εμφανώς η πιο φιλοσοφική από όλες τις ιστορίες της συλλογής, καθώς πραγματεύεται την έννοια του χρόνου και την ουσία των ονείρων. Οι πολύ ανθρώπινοι και πραγματικοί φόβοι του Ίτο διακρίνονται στους «Σεβάσμιους Προγόνους»: τον τρομοκρατεί η απώλεια της μνήμης που έρχεται με την ηλικία, αλλά και το βάρος που κουβαλάει μεταφορικά ο καθένας μας από τους προπάτορές του. Τέλος, η «Λίγδα» είναι χαρακτηριστικό δείγμα ενός άλλου τύπου ιστοριών του Ίτο: τις αφηγήσεις που δοκιμάζουν τα όρια των αναγνωστών, και η συγκεκριμένη σίγουρα θα αηδιάσει ακόμα και τους πιο γενναίους.
Συνολικά, το ΡΙΓΟΣ αποτελεί μια εξαιρετική εισαγωγή στο έργο του μεγάλου δημιουργού, καθώς αναδεικνύει πλήρως το εύρος του έργου του, σταχυολογώντας ιστορίες από τις πιο τρομακτικές μέχρι τις πιο παράδοξες, και από τις πιο χιουμοριστικές ώς τις πιο φιλοσοφικές, διατηρώντας όμως σταθερό το πολύ υψηλό τους επίπεδο, οπότε σίγουρα θα ικανοποιήσει τόσο τους νέους όσο και τους παλαιότερους αναγνώστες του.
